ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΒΑΘΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ (Οδός Μαύρης Πέτρας)

January 2, 2019 Off By Παντελής Γιαννουλάκης
ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΒΑΘΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ (Οδός Μαύρης Πέτρας)

(αποσπάσματα – “Megapolisomancy: Τα Μυστήρια των Πόλεων")

Παντελής Β. Γιαννουλάκης

 

 

“…"Είχες το πολύ επτάμισι λεπτά γι’ αυτό το βήμα. Γιατί, αν όπως λες ο δρόμος εμφανίζεται μόνο για δεκαπέντε λεπτά κι έπειτα εξαφανίζεται, όταν θα βρίσκεσαι στην “άλλη πλευρά", θα πρέπει να υπάρχει όντως κάποιο οριακό σημείο από το οποίο χρειάζεσαι επτάμισι λεπτά διαδρομή για να επιστρέψεις πίσω στην οδό Μαύρης Πέτρας. Αλλιώς, εξαφανίζεται η οδός Μαύρης Πέτρας και…"
Έφτασα στο τέλος του στενού και έστριψα αριστερά.
Αντίκρισα μια ακόμη στροφή, αλλά δεν θυμάμαι να υπήρχε εκεί την προηγούμενη φορά. Πού βρισκόμουν;…………………………."

“…..Μια Μυστική Πόλη που κανείς δεν γνωρίζει το αληθινό της όνομα, σχημάτιζε τον ζωντανό χάρτη, το σχέδιο του αόρατου, των μικρών και μεγάλων μυστηρίων μου, των ξεχασμένων ονείρων μου, της μυθολογίας των συγγραφέων που αγαπούσα, των παράξενων περιστατικών της ζωής μου, και όλο εκείνο το συνονθύλευμα από τις αόριστες ατμόσφαιρες που συνέθεταν μια νοσταλγική, ξεχασμένη πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που δεν ήταν η καθημερινή, αλλά βρισκόταν δίπλα στην καθημερινή, ή από πάνω της, ή από κάτω της, ή -τι τρομακτικό- ανάμεσα της…
Αλλά, κάτι απρόσμενο διέκοψε απότομα τις σκέψεις μου.
Στο βάθος του δρόμου, δίπλα σε κάτι ασύμμετρα σκαλάκια, πίσω από μια γυρτή θαμπή λάμπα του δρόμου, έστεκαν τρεις σιλουέτες. Σταμάτησα. Δεν ήμουν τρομαγμένος. Δεν ήξερα αν έπρεπε να συνεχίσω. Ήταν τρεις άντρες, δύο ψηλόλιγνες φιγούρες και μία κοντύτερη ανάμεσά τους. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τα πρόσωπά τους, δεν ήταν παρά τρεις σκιές μέσα στο ημίφως ενός ονείρου. Πίσω τους, στην ανηφοριά, διαγραφόταν μια σκοτεινή γαλήνια πόλη, που δεν ήταν η πόλη που ήξερα.
Οι σιλουέτες με είδαν, ή μάλλον, ήταν σαν να με περίμεναν εκεί, κι άρχισαν να κινούνται με αργά και βαριά βήματα προς το μέρος μου. Έπειτα σταμάτησαν πάλι. Δεν ήξερα τι να κάνω. Μας χώριζαν περίπου πενήντα μέτρα. Η ώρα περνούσε. Αποφάσισα να πλησιάσω. Κοίταξα το ρολόι μου. Δώδεκα και πέντε. Είχα δυόμισι λεπτά καιρό για να γυρίσω προς τα πίσω. Το αργότερο σε επτά λεπτά έπρεπε να είμαι πίσω, πέρα από την οδό Μαύρης Πέτρας, ή πέρα από εκείνες τις σιλουέτες, προς την παράξενη πόλη. Έπρεπε να επιλέξω! Το Βήμα ήταν λίγα μέτρα μπροστά μου, κι εγώ δεν ήξερα αν έπρεπε να το κάνω. Δεν ήξερα τίποτε. Ήμουν ένας ανίδεος, ένα μικρό αναποφάσιστο ανθρωπάκι μπροστά στην πύλη του Αγνώστου και στους φύλακές της.
Βάδισα προς το μέρος τους.
Ένας όμορφος άνεμος φυσούσε εκεί, μπορούσα να τον βλέπω να χαϊδεύει και να ανακατώνει τα μαλλιά τους με φόντο την σιωπηλή πόλη. Τότε, είδα λάμψεις στα μάτια τους. Τα μάτια τους γυαλίζανε μέσα στο ημίφως από τις ανταύγειες του δρόμου. Δυο μικρά αστέρια στο πρόσωπο κάθε σκιάς. Οι δυο ψηλόλιγνες φιγούρες έμειναν ακίνητες στο βάθος του δρόμου, αλλά η τρίτη, η κοντύτερη που έστεκε ανάμεσά τους, βημάτισε αργά προς το μέρος μου. Σταμάτησα κάτω από την σκιά ενός κυκλικού μπαλκονιού. Ή σκιά σταμάτησε στην γωνία του τοίχου, τρία μέτρα πιο πέρα από εκεί που έστεκα.
Μου μίλησε. Ήταν ο φίλος μου.
Η φωνή του ήταν αλλαγμένη, αλλά τον αναγνώρισα αμέσως. Μπορούσα να δω μόνο τα λαμπερά μάτια του να με κοιτούν εξεταστικά, ο υπόλοιπος ήταν τυλιγμένος στις σκιές του δρόμου. Το βλέμμα του ήταν ζωντανό όσο ποτέ, τρυπούσε ανώδυνα το κρανίο μου και χάιδευε το μυαλό μου. Μου μιλούσε. Μούδιασα στο άκουσμά του.
«Έχουμε πόλεις. Ανάμεσα από την νύχτα έχουμε πόλεις. Είναι μυστικό…»
«Είσαι καλά; Τι συνέβη;…»
«Κάτι πολύ παράξενο συμβαίνει σε όλους μας. Το θυμάσαι;…», είπε, κι η φωνή του έμοιαζε σαν να χάνει στροφές.
«Αν θυμάμαι, ποιο πράγμα;…»
«Δεν θυμήθηκες ακόμη;»
«Όχι… Δεν καταλαβαίνω…»
«Δεν μπορώ να σου το πω…»
«Πού πήγες; Τι έγινε;…»
«Έρχομαι από τα μέρη που βλέπεις στα όνειρα. Έχουμε ένα σπίτι για σένα. Και ανθρώπους που θέλουν να σου μιλήσουν…»
«Δεν θα ξαναγυρίσεις;;», είπα θλιμμένα, και οι φράσεις που έλεγε μου προκαλούσαν έναν πρωτόγνωρο τρόμο.
«Δεν υπάρχει δρόμος για να γυρίσει κανείς πουθενά…»
«Με τρομάζεις. Ποιοι είναι αυτοί εκεί πίσω;…» Οι δυο σιλουέτες, με μάτια που έλαμπαν, έστεκαν παράμερα και μας παρακολουθούσαν, περίμεναν σιωπηλά.
«Είναι Ανιχνευτές. Έρχονται από το Κενοστάσιο…»
«Τί είναι το Κενοστάσιο;…», είπα, και ένιωσα ένα κόμπο ν’ ανεβαίνει από το στομάχι μου στον λαιμό μου.
«Εκεί …σε προεκτείνουν…»
«Τί;…»
«Είναι μυστικό…» ……………………."